διακονοῦμαι

διᾱκονοῦμαι , διακονέω
minister
pres ind mp 1st sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • CHAMOS — nomen idoli Moabitarum, cui Salomon, a peregrinis nxoribus seduci se passus, fanum, in excelso monte, prope Hierosolymam, exstruxit, 1. Reg. c. 11. v. 7. aliis Chemosh. B. Hieronymus in Esaiam, c. 15. v. 2. In Nabo erat Chemosh idolum consecratum …   Hofmann J. Lexicon universale

  • διακονώ — (AM διακονῶ, έω Α και ιων. τ. διηκονέω) 1. υπηρετώ, περιποιούμαι κάποιον 2. είμαι διάκονος στην εκκλησία 3. παρέχω βοήθεια, ελεώ μσν. νεοελλ. διακονεύω, ζητιανεύω αρχ. μσν. 1. προσφέρω πρόθυμα τις υπηρεσίες μου σε κάποιον 2. διακονοῡμαι εξυπηρετώ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.